topbella

ΠΡΟΣΕΧΕ ΤΙ ΕΥΧΕΣΑΙ...ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Αν και καλοκαίρι ο ήλιος δεν είναι τόσο φωτεινός... Ωστόσο τα περισσότερα αυτοκίνητα κατευθύνονται με μανία προς την παραλία.

Ο Πέδρο, σταματημένος στο φανάρι κοίταξε με την άκρη του ματιού του το διπλανό αυτοκίνητο, όπου μια παρέα δύο ζευγαριών έχει ξεκαρδιστεί στα γέλια. Κατέβασε από το κεφάλι του τα λαχανί γυαλιά ηλίου του και ξινισμένος άλλαξε σταθμό.

-Αντίο χαζοχαρούμενα, είπε και πάτησε το γκάζι.

Ο Πέδρο κατευθύνθηκε με προορισμό τη Βούλα. Σε δύο ώρες έπρεπε να είναι στο κομμωτήριο, οπότε είχε χρόνο.

Οδηγούσε χωρίς να κοιτάζει τριγύρω, παρά μόνο έαν κάτι τον ενοχλούσε. Βέβαια, δεν είναι ιδιαίτερα προσεκτικός οδηγός, οι φορές που έχει τρακάρει είναι πιο πολλές και από τις selfie της Κιμ Καρτνάσιαν. Δεν το κάνει επίτηδες, όμως εάν κάτι τον ενοχλεί είναι τα αδιάκριτα βλέμματα. Και ο Πέδρο εάν κάνει κάτι με επιτυχία είναι ακριβώς αυτό, να τραβάει τα βλέμματα!

Ο αέρας τον χτυπούσε στο πρόσωπο και του χάλασε τη φράντζα. Νευριασμένος έκλεισε την οροφή.

-Τι το ήθελα το κάμπριο; είπε βγάζοντας από το ντουλαπάκι μια χτένα και με δεξιοτεχνία τιθάσευσε το μαλλί του.

Αντιθέτως, σα χαρακτήρας ο Πέδρο ήταν ατίθασος. Από μικρός ξεχώριζε, και αν δεν το έκανε το προσπαθούσε και τα κατάφερνε με επιτυχία.

Ο πατέρας του Πέδρο είναι Έλληνας και η μητέρα του Ισπανίδα. Ο Πέδρο ήρθε στον κόσμο τριάντα χρόνια πριν, όταν η Τερέζα και  Λεωνίδας βρέθηκαν στην Κρήτη, όπου ήταν διακοπές με τις οικογένειες τους. Έρωτας μοιραίος που δεν άργησε να βρεθεί στο κρεβάτι, και καρποφόρησε ύστερα από δύο εβδομάδες.

Χωρίς να γνωρίζουν τι συνέβαινε αποχαιρέτισαν την καλοκαιρινή τους αγάπη, και χώρισαν. Η Τερέζα γύρισε στην Ισπανία με τους γονείς της, και ο φιλόδοξος Λεωνίδας στην Αθήνα για να συνεχίσει τις σπουδές του.

Μόλις η Τερέζα αντιλήφθηκε τι συμβαίνει, αποφάσισε χωρίς δεύτερη σκέψη να κάνει έκτρωση. Μα λίγο πριν μπει στο χειρουργείο, ο μικρός Πέδρο αποφάσισε να κλωτσήσει γλυκά τη μαμά του για πρώτη φορά. Η Τερέζα έφυγε σαν κυνηγημένη από το νοσοκομείο και γύρισε στο σπίτι της κλαίγοντας.

Χάιδεψε την κοιλιά της και υποσχέθηκε πως θα αγαπήσει αυτό το πλάσμα με όλη της την καρδιά, και θα υπερασπιστεί την επιλογή της. Δε χρειάστηκε να το κάνει για πολύ βέβαια, γιατί μπορεί οι γονείς της αρχικά να σοκαρίστηκαν, όμως η μοναχοκόρη τους ήταν πιο σημαντική.  Τη βοήθησαν να βρει ένα μικρό διαμέρισμα για να μείνει με το μωρό, και κάπως έτσι η μικρή τότε Τερέζα μεγάλωσε απότομα.

Ο  μικρός Πέδρο ήρθε στη ζωή, με μια μαμά που τον λάτρευε, και τον μεγάλωσε με αρκετές δυσκολίες. Η Τερέζα δεν καταγόταν από ιδιαίτερα εύπορη οικογένεια, και όταν οι γονείς της έφυγαν από τη ζωή αναγκάστηκε να κάνει δύο δουλειές για να μη λείψει τίποτα στο μικρό Πέδρο, που μεγάλωνε ήρεμα αλλά πάντα με μια απορία να βασανίζει το παιδικό του κεφαλάκι.

-Γιατί δεν έχω μπαμπά;

-Έχεις μπαμπά αγάπη μου, αλλά είναι μακριά και δε μπορεί να έρθει.

-Και γιατί δεν πάμε εμείς εκεί;

-Γιατί δε μπορούμε. Πήγαινε να πάιξεις τώρα με τα παιχνίδια σου, άντε! Έλεγε η Τερέζα γελώντας, αλλά μέσα της έκλαιγε με λυγμούς.

Μέρα με τη μέρα το βάρος της γινόταν όλο και πιο μεγάλο.

<<Άραγε να με σκέφτηκε ποτέ; Να ένιωσε ότι άφησε ένα κομμάτι του εαυτού του σε μένα; Πως να το μάθαινε; Θεέ μου, άσε με εμένα να πληγώνομαι μέρα με τη μέρα, όμως όχι το παιδάκι μου... Βοήθησε μια μέρα να βρει τον πατέρα του. Και αν έκανα λάθος, συγχώρεσε με... Μα...πως να τον έβρισκα; Πως να του το έλεγα; Το παιδί μου δεν έχει πατέρα... Και φταίω εγώ... Συγχωρέστε με...>>

Κάθε Κυριακή εξομολογούνταν και προσευχόταν για το παιδί της. Όμως όσο ο Πέδρο μεγάλωνε, σταμάτησε να ρωτάει για τον πατέρα του. Η Τερέζα με υπομονή συνέχιζε τις δουλειές της για να φροντίζει το παιδί της, αφού είχε αφοσιώσει τη ζωή της μονάχα σε αυτό.

Τα χρόνια περνούσαν και ο Πέδρο μπήκε στην εφηβεία. Όμως η Τερέζα εθελοτυφλούσε σε μια αλήθεια που μέρα με τη μέρα επιβεβαιωνόταν.

Οι μόνες φίλες του Πέδρο ήταν κορίτσια, κορίτσια που καθημερινά τα έφερνε στο σπίτι και τα χτένιζε.

-Μαμά δε θέλω να μπω στο πανεπιστήμιο, θα γίνω κομμωτής.

-Ό,τι θέλεις εσύ καρδιά μου! 

-Και μόλις γίνω διάσημος και πλούσιος θα πάψεις να δουλεύεις, και θα έρθει η σειρά μου να σε φροντίσω εγώ!

Μα δεν πρόλαβε... Δυο χρόνια αργότερα η Τερέζα πέθανε. Ήταν άρρωστη, αλλά δεν το ήξερε. Λίγο πριν πεθάνει ο Πέδρο ήταν δίπλα της, στο κρεβάτι του νοσοκομείου.

-Γιε μου, μπορεί να μη ζήσω αλλά ...

-Σταμάτα μαμά... Θα ζήσεις... 

-Πάντα θα ζω στην καρδιά σου παιδί μου. Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι. Ότι δε θα στεναχωριέσαι όπως εγώ.

-Γιατί μαμά ήσουν στεναχωρημένη και ποτέ δε μου είπες τίποτα... Έφταιγα εγώ; Έτσι δεν είναι; Επειδή δεν είμαι σαν τα άλλα αγόρια;

-Όχι παιδί μου. Άκουσε με καλά. Να αγαπάς τον εαυτό σου. Είσαι εσύ... Είσαι αυτός που είσαι, και δεν πρέπει να νιώθεις ντροπή. Ο κόσμος είναι κακός. Μην ακούς κανέναν.Και μην αλλάξεις τον εαυτό σου. Η ζωή είναι μικρή. Και, πάρε αυτό, είπε και του έδωσε μια φωτογραφία, μα δεν πρόλαβε να πει κάτι άλλο, η καρδιά της είχε ήδη σταματήσει να χτυπάει...

Μόλις ο Πέδρο έγινε είκοσι χρονών, αφού τελείωσε τη σχολή κομμωτικής και τα εντατικά μαθήματα Ελληνικών έφτασε στην Ελλάδα με μια φωτογραφία και ένα στόχο. Να βρει τον πατέρα του.

Βρήκε εύκολα δουλειά, στο κομμωτήριο της Φώφης, όπου αμέσως έγινε αγαπητός και δημοφιλής. Το μικρό διαμέρισμα στο κέντρο σύντομα έγινε δυάρι ρετιρέ με θέα, και το κάμπριο αμάξι που πήρε, τον οδήγησε σε εκατοντάδες χιλιόμετρα αναζήτησης του πατέρα του.

Στην Ελλάδα βέβαια δυσκολεύτηκε αρκετά,αφού άκουγε πολλά ρατσιστικά σχόλια για το σεξουαλικό του προσανατολισμό. Όμως πάντα οι συμβουλές της μητέρας του γαλήνευαν το μίσος που ένιωθε ακούγοντάς τα.

Μα και στα ερωτικά, ήταν και δεν ήταν τυχερός. Ο Γιάννης, σύντροφος του Πέδρο ήθελε να κρατήσουν τη σχέση τους κρυφή, αφού οι γονείς του έτσι και μάθαιναν την αλήθεια θα τον πετούσαν στο δρόμο. Ο Γιάννης ήταν από πλούσια οικογένεια, ο πατέρας του Αλέξανδρος Σπυρόπουλος, ήταν ένας από τους πιο γνωστούς επιχειρηματίες, αφού διοικούσε τη μεγαλύτερη καπνοβιομηχανία της χώρας.

-Μα προσπάθησες να πεις την αλήθεια; Που ξέρεις ότι θα σε διώξουν; Μήπως απλά ντρέπεσαι για μένα;

-Δεν καταλαβαίνεις... Γιατί κάνεις σαν μωρό; Κάτι τέτοιο θα είναι καταστροφικό...

-Τι είναι καταστροφικό; Ότι είσαι γκέι; Ότι είμαστε μαζί τρία χρόνια; Ότι αγαπιόμαστε; Ότι είσαι αυτός που είσαι; Μα είναι η αλήθεια...

-Και πρέπει να μείνει κρυφή...

-Σαν εσένα...

-Πέδρο, ξεκόλλα... Ή θα το δεχτείς και θα είμαστε μαζί όπως τώρα, ή... καταλαβαίνεις...

Και το δέχτηκε! Οι ζήλιες του Πέδρο ήταν συχνό φαινόμενο. Έβγαιναν πάντα με παρέα για να μη δίνουν στόχο, και όποτε ο Γιάννης συναντούσε κάποιον γνωστό του φλέρταρε με όλα τα θηλυκά που ήταν τριγύρω.

Έτσι και ένα βράδυ, που ο Πέδρο ήταν καλεσμένος στο πάρτυ για τα είκοσι χρόνια της καπνοβιομηχανίας του πατέρα του. Σαμπάνιες, μπουφές, δυνατή μουσική και κόσμος, ένας Γιάννης που έκανε κοπλιμέντα σε μια ξανθιά και ένας Πέδρο που κούναγε νευρικά το πόδι καθισμένος σε μια γωνιά.

Ο Γιάννης πλησίασε τον Πέδρο και του είπε χαμογελώντας

-Μην καρφώνεσαι.

-Άσε με, απάντησε ο Πέδρο γυρνώντας το κεφάλι από την άλλη.

-Γιάννη παιδί μου, είπε μια βαριά αντρική φωνή.

-Τι κάνετε πως είστε;

-Καλά παιδί μου εσύ; Πως περνάς; Φαντάζομαι ωραία, έχεις και καλή παρέα, είπε κλείνοντας το μάτι.

-Εεε, είπε αμήχανα ο Γιάννης κοιτώντας τον Πέδρο που ήταν έτοιμος να εκραγεί, με την κόρη σας γνωριζόμαστε πόσα χρόνια και...

Ο Πέδρο άφησε το ποτήρι που κρατούσε να πέσει στο πάτωμα.

Ο Γιάννη χωρίς να το σκεφτεί και για να μην καρφωθεί συνέχισε ατάραχος.

-Αχ, ο Πέδρο είναι πάντα απρόσεκτος. Μα, δε σας σύστησα.

Ο Πέδρο που πάντα παραπονιόταν πως ο Γιάννης ντρέπεται για αυτόν, ηρεμούσε λίγο όταν ο Γιάννης το σύστηνε έστω και σαν φίλο από το στρατό.

-Ο κύριος Λεωνίδας είναι ο συνέταιρος του πατέρα μου, κύριε Λεωνίδα από εδώ ο Πέδρο, κολλητός από το στρατό.

Ο Πέδρο κοίταξε τον κύριο Λεωνίδα την ώρα που του έδωσε το χέρι για χειραψία, και ήταν η στιγμή που έκανε τα πάτα γύρω του να σταματήσουν.

-Χάρηκα νεαρέ μου. είπε και γύρισε στο Γιάννη. Εύχομαι σύντομα να είμαστε και κάτι παραπάνω, πέρα από συνέταιροι, είπε και του έκλεισε και πάλι το μάτι φεύγοντας.

Ο Πέδρο έφυγε τρέχοντας έξω. Εκατσε στην πόρτα του σπιτιού και έκλαιγε σα μικρό παιδί.

-Εδώ είσαι; Μα γιατί κάνεις σα μωρό; Λες και υπάρχει πιθανότητα να παντρευτώ την κόρη του... Αλλά δεν είναι ώρα να συζητάμε εδώ για αυτά τα πράγματα.

-Θυμάσαι γιατί ήρθα στην Ελλάδα;

-Ναι, φυσικά, έλα ηρέμησε και πάμε μέσα, μη με φέρνεις σε δύσκολη θέση.

-Δε σου έδειξα ποτέ τη φωτογραφία του πατέρα μου.

-Μα τι σε έπιασε τώρα; Πως σου ήρθε να μιλήσεις για αυτό; Ποτέ δεν τον έχεις αναφέρει ξανά.

-Να τος ο πατέρας μου, είπε ο Πέδρο και του έδωσε μια φωτογραφία που κρατούσε στα χέρια του τόση ώρα.

Ο Γιάννης κοίταξε τη φωτογραφία αποσβολωμένος.

-Τον πατέρα μου τον λένε Λεωνίδα. Και τον είδα σήμερα για πρώτη φορά...

Και τώρα, τρια χρόνια μετά ο Πέδρο ακολουθεί κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο... Αθήνα Βούλα και πάλι πίσω. Παρκάρει το κάμπριο του πίσω από ένα δέντρο, και κοιτάζει το σπίτι του πατέρα του χαϊδεύοντας τη φωτογραφία του. Και περιμένει... Απλά περιμένει...

Αλήθεια, τι περιμένει;


Η φωτογραφία μου
you may say i'm a dreamer... but i'm not the only one... i hope some day you'll join us...